|
Αξιολόγηση
|
Επιτέλους! Περίμενα πολύ καιρό για να ξεκινήσω κάποια κριτική για ελληνική ταινία με αυτή την λέξη. Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα θα ξεκινήσω κάθε παράγραφο της με αυτή τη λέξη. Όχι γιατί η «Πολίτικη Κουζίνα» είναι ένα άνευ προηγουμένου αριστούργημα αλλά γιατί είδα σε μια ταινία όσα επιζητούσε τόσα μαρτυρικά χρόνια ο καρακατραπακιασμένος Έλλην σινεφίλ.
|
|
|
|
Η Δική σας Αξιολόγηση
|
|
[an error occurred while processing this directive]
|
|
|
Θέλω...
|
|
|
|
 |
 |
 |
|
 |
Πολίτικη Κουζίνα
Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2003
γράφει ο Γιώργος Χριστόπουλος
Σκηνοθεσία: Τάσος Μπουλμέτης
Παίζουν: Γιώργος Χωραφας, Ιεροκλής Μιχαηλιδης, Ρενια Λουϊζιδου, Στέλιος Μαϊνας, Ταμερ Καρανταλ, Μπασακ Κοκλουκαγια, Τασος Μπαντης, Οδυσσεας Παπασπηλιοπουλος, Μαρκος Οσσε, Θοδωρος Εξαρχος, Κακια Παναγιωτου, Κωνσταντινα Μιχαηλιδου, Θεμις Πανου, Ερση Μαλικενζου, Μαρινα Καλογηρου, Μιχαλης Γιαννατος, Ηλιας Ζερβος, Αθηνοδωρος Προυσαλης
Διάρκεια: 108 λεπτά
Παραγωγή: Village Roadshow Productions Hellas, 2003
Διανομή στην Ελλάδα: Warner-Roadshow
Κυκλοφορεί
|
Επιτέλους! Περίμενα πολύ καιρό για να ξεκινήσω κάποια κριτική για ελληνική ταινία με αυτή την λέξη. Και τώρα που το σκέφτομαι καλύτερα θα ξεκινήσω κάθε παράγραφο της με αυτή τη λέξη. Όχι γιατί η «Πολίτικη Κουζίνα» είναι ένα άνευ προηγουμένου αριστούργημα αλλά γιατί είδα σε μια ταινία όσα επιζητούσε τόσα μαρτυρικά χρόνια ο καρακατραπακιασμένος Έλλην σινεφίλ.
Επιτέλους πρώτα από όλα είδαμε ένα σωστό σενάριο. Καλό, στρωμένο σαν ολοκάθαρο και φρεσκοσιδερωμένο σεντόνι. Όπου όλοι μπορούν να αγγίξουν και όλους μπορεί να τους αγγίξει. Ένα σενάριο το οποίο δεν θα αφήσει απορίες και θα κάνει την πλειοψηφία των θεατών, για να μην φανώ υπερβολικός λέγοντας όλους, να ταυτιστεί με τους ήρωες ως ένα βαθμό. Τώρα... σε τι βαθμό θα εξαρτηθεί από την ηλικία του εκάστοτε θεατή. Ένα επιμέρους ατού του καλοδουλεμένου αυτού σεναρίου είναι το πόσο όμορφα δημιουργείται ένας απλός ιστός γεγονότων στα οποία ανατρέχει τον θεατή κατά διαστήματα, καθόλα επιτυχημένα, συνδυάζοντάς τα ταυτόχρονα με νέα.
Επιτέλους που σε αυτό το σενάριο δεν είχαμε ούτε βρισιές (εντελώς υποκειμενικά δηλώνω πως το θεωρώ ένα από τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα των εγχώριων σεναρίων), ούτε φτηνούς διαλόγους, ούτε κάφρικους αστεϊσμούς, ούτε τίποτα τέτοιο. Είχαμε πνευματώδες χιούμορ και μη εκβιαστική συγκίνηση. Και μάλιστα και τα δύο στις σωστές δόσεις. Και πάλι καλά που κάποιος, δηλαδή ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης Τάσος Μπουλμέτης, εδέησε και αντιλήφθηκε στον 21ο αιώνα το πόσο πετυχημένα μπορεί να δράσει στη σχέση εικόνας-κοινού η ύπαρξη ενός αφηγητή ξεναγού! Παρεπιμπτόντως θα ήθελα να μου επιτραπεί μια παρένθεση και να δηλώσω λίγο έξαλλος με το σχόλιο γνωστού συγγραφέα που ρώτησε «Με ποιο δικαίωμα παραπονιόμαστε για την ποιότητα των σεναρίων στις ελληνικές ταινίες; Πού σπουδάζουν σενάριο στην Ελλάδα, μου λέτε, παρακαλώ, τη διεύθυνση;». Δεν λέω, δίκιο έχετε αλλά δεν γίνεται να χρησιμοποιούμε επ’ άπειρον αυτό το αιώνιο άλλοθι και από την άλλη να υπερηφανευόμαστε αριστερά και δεξιά το πόσο ευφάνταστος λαός είμαστε!!! Όταν υπάρχει θέληση, υπάρχει τρόπος. Και ιδού η απόδειξη.
Επιτέλους λοιπόν που εκτός του σεναρίου κάποιος, ένα σβέλτο χειροκρότημα στους παραγωγούς παρακαλώ, ξέρει την πραγματική έννοια και χρησιμότητα του casting. Και εκεί η Πολίτικη Κουζίνα καταφέρνει να ανεβάσει στο βάθρο πρώτη και καλύτερη την Τουρκάλα ηθοποιό Μπασάκ Κοκλούκαγια, που κάνει την εμφάνισή της στο τελευταίο ημίωρο και δίνει το χρυσό μετάλλιο στην ταινία, και μετά τον Ιεροκλη Μιχαηλίδη και την Ρένια Λουιζίδου, που είναι οι πιο πειστικοί γονείς της Πόλης. Πέραν αυτών όλοι οι υπόλοιποι, με εξέχουσα φυσιογνωμία τον «παππού» είναι εξαιρετικοί.
Επιτέλους που ο Τάσος Μπουλμέτης απέδειξε πως πέρα από τη χρήση του αφηγητή ξέρει και την σημασία της σωστής μουσικής επένδυσης (να με συγχωρείτε που επαναλαμβάνω τόσο συχνά την λέξη «σωστός» αλλά είναι κάτι που σπάνια συναντάμε σε ελληνική ταινία). Η Ευανθία Ρεμπούτσικα έκανε καταπληκτική δουλειά σε αυτόν τον τομέα και δίνει σε σημαντικά σημεία της ταινίας επιπλέον πόντους και... δάκρυα. Η σκηνή της απέλασης είναι από τις πιο συγκινητικές και είναι αυταπόδεικτο σε αυτήν ακριβώς τη σκηνή το γεγονός πως άνευ μουσικής ελάχιστα δάκρυα θα έτρεχαν.
Επιτέλους που έχουμε ένα ελληνικό έργο μετά από τόσα χρόνια που μπορούμε να λέμε άφοβα στον γείτονα μας το πόσο καλό ήταν. Όπως είπα και στην αρχή η «Πολίτικη Κουζίνα» δεν είναι κανένα αριστούργημα, ούτε καν δηλαδή! Είναι μια πανάξια προσπάθεια που κατέληξε σε μια πολύ καλή ταινία, όπου όλα μα όλα τα στοιχεία έχουν δουλευτεί σωστά και αυτό είναι που κάνει τόσο αυτά όσο και στο σύνολό της την ίδια την ταινία πετυχημένη.
Επιτέλους εν ολίγοις που γυρίστηκε και υπάρχει στην συνείδησή μας πια η «Πολίτικη Κουζίνα» του Τάσου Μπουλμέτη. Διότι κάποιος έπρεπε να δείξει στους άλλους πως πρέπει να γυρίζονται τα έργα. Και δεν είναι θέμα γούστου μόνο. Είναι και θέμα του σε ποια εποχή βρισκόμαστε. Βρισκόμαστε στην εποχή όπου για να πετύχεις πρέπει να ιδρώσεις, αλλά προτού ιδρώσεις πρέπει κάποιος να σε εμπιστευτεί και να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Ε, τόσα χρόνια αυτό δεν γινότανε. Στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου ακόμα ξεσκαρτάρουν σενάρια φιλόδοξων (που καταλήγουν τελικά φιλόδοξοι αποτυχημένοι) δίχως να τους ενδιαφέρει αυτοί οι άνθρωποι να γίνουν επιτυχημένοι και ευεργέτες μια ολόκληρης γενιάς σινεφίλ.
Τώρα βέβαια, για να λέμε και τα πράγματα με το όνομά τους, το να λέω συνέχεια επιτέλους για μια ελληνική ταινία που διαθέτει όλα εκείνα τα Χολυγουντιανά πρότυπα, αλλά και την Χολυγουντιανή «συνταγή» της επιτυχίας που κόβει εισιτήρια φέρνοντας τον κοσμάκη στο σινεμά (λέγε με και βρεγμένο μαντήλι) είναι ολίγον τραγικό. Διότι σε τελική ανάλυση η -χολυγουντιανών προδιαγραφών από άποψη παραγωγής- «Πολίτικη Κουζίνα» δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που λέει και ο τίτλος της. Ένα καζάνι που βράζει και αναδύει μια απίστευτη μυρωδιά θριάμβου μόνο και μόνο εξαιτίας δύο, τριών μπαχαρικών. Τουλάχιστον... επιτέλους που κάποιοι (και αναφέρομαι στους παραγωγούς της Village, που έσκασαν 1,5 εκατ. Ευρώ) έπιασαν το νόημα! Διότι κύριοι του ΕΚΚ με φραγκοδίφραγκα και σενάρια με βωμολοχίες, διαλόγους επιπέδου κελιού 13, και με το μισό βυζί έξω... εισιτήρια δεν κόβονται πλέον. Επιτέλους πια!
|