|
Αξιολόγηση
|
Σπάνιο φαινόμενο στον ελληνικό κινηματογράφο να παρουσιάζονται ταινίες με τέτοια δύναμη και ένταση, που καταφέρνουν να προκαλέσουν διχασμό και ατελείωτες συζητήσεις στο κινηματογραφόφιλο κοινό. Ένα λαμπερό και αναμφίβολα «σκληρό» κινηματογραφικό διαμάντι.
|
|
|
|
Η Δική σας Αξιολόγηση
|
|
[an error occurred while processing this directive]
|
|
|
Θέλω...
|
|
|
|
|
 |
Σπιρτόκουτο
Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2008
γράφει ο Νίκος Βότσης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης
Παίζουν: Ερρίκος Λίτσης, Ελένη Κοκκίδου, Κώστας Ξυκομηνός, Γιάννης Βουλγαράκης, Ιωάννα Ιβανούδη
Διάρκεια: 90 λεπτά
Παραγωγή: Cassandra Films, Χ-Rated Films, ΚΙΝΟ, Max Production, Studio ERA, 2003
Κυκλοφορεί
|
Είναι αλήθεια ότι ο ελληνικός κινηματογράφος
περνά τα τελευταία χρόνια περίοδο ξηρασίας. Οι ελληνικές ταινίες που
σκάνε μύτη στις κινηματογραφικές αίθουσες είναι, ως επί το πλείστον,
κωμωδίες με θέμα την εμμονή του Νεοέλληνα γύρω από το σεξ,
γαρνιρισμένες με το ίδιο χοντροκομμένο χιούμορ. Έτσι, όταν κάποια
ταινία με ιδιαίτερο και «δύσκολο» θέμα κάνει την εμφάνισή της στο
κοινό, είναι σα να σκάει μια μικρή βόμβα, που τραντάζει με δύναμη τα
θεμέλια των κινηματογραφικών δρωμένων. Μια τέτοια σπάνια περίπτωση,
είναι και το Σπιρτόκουτο.
Μέσα σε μια καυτή μέρα του Ιουλίου, το σπίτι του Δημήτρη στον
Κορυδαλλό μετατρέπεται σε πεδίο μάχης! Όλα τα μέλη της οικογένειας
αρχίζουν να ξεσπούν ο ένας εναντίον του άλλου με απίστευτη λεκτική
βία, βγάζοντας από μέσα τους συναισθήματα και μυστικά που κρατούσαν
κρυμμένα. Κι όσο η μέρα περνάει, τόσο το σπάσιμο των οποιονδήποτε
οικογενειακών δεσμών γίνεται οριστικό.
Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, ο Γιάννης Οικονομίδης είναι
αποφασισμένος να μιλήσει, χωρίς περιστροφές και ωραιοποιήσεις, για
ένα θέμα που ξύνει τις πληγές της ελληνικής μικροαστικής τάξης, την
οικογενειακή βία, σε όλες τις μορφές της. Συνθέτει την τοιχογραφία
μίας γκρίζας και καταθλιπτικής καθημερινότητας, όπως αυτή
εξελίσσεται στους κόλπους μιας οικογένειας ολότελα αποξενωμένης από
τους δεσμούς που κάποτε τη συγκροτούσαν. Παρουσιάζει με ρεαλισμό και
ωμότητα τη διάλυση των σχέσεων των μελών που την αποτελούν και την
πλήρη έλλειψη κατανόησης, για να καταλήξει στην αποσύνθεσή της.
Όχημα και χαρακτηριστικό του σεναρίου είναι η σκληρή γλώσσα. Ο
ανυποψίαστος θεατής βομβαρδίζεται κυριολεκτικά από έναν καταιγισμό
από βρισιές, που τον κάνουν να βουλιάξει στο κάθισμα, σοκαρισμένος
από τα δρώμενα που εκτυλίσσονται στην οθόνη. Οι ηθοποιοί, με
επικεφαλής τον εκπληκτικό Ερρίκο Λίτση, είναι απόλυτα φυσικοί και
αποδίδουν αριστουργηματικά τα μέλη μιας οικογένειας στα πρόθυρα της
κατάρρευσης. Σ’ αυτό συμβάλλει και το γεγονός ότι η υπόθεση της
ταινίας εκτυλίσσεται αποκλειστικά μέσα σε ένα διαμέρισμα, κάνοντας
την ατμόσφαιρα ακόμα πιο αποπνικτική.
Όσοι, βέβαια, περιμένουν η ταινία να έχει happy end, έχουν πέσει
έξω. Ο Οικονομίδης δε δίνει καμία λύση, καμία διέξοδο διαφυγής στους
χαρακτήρες του. Σκοπός του σκηνοθέτη δεν είναι η εύκολη ηθικολογία,
ούτε η μετάδοση ηθικών διδαγμάτων που θα μπορούσαν να ελαφρύνουν τα
όσα βλέπουμε στην οθόνη. Και το κυριότερο, με τον τρόπο που
παρουσιάζει την ιστορία, αναγκάζει το θεατή να ταυτιστεί με τους
χαρακτήρες, καθώς αναγνωρίζει στην ταινία μια άλλη, σκοτεινή πλευρά
της καθημερινής πραγματικότητας από την οποία συνήθως αποστρέφει τα
μάτια του, για να μην ενοχλείται.
Σπάνιο φαινόμενο στον ελληνικό κινηματογράφο να παρουσιάζονται
ταινίες με τέτοια δύναμη και ένταση, που καταφέρνουν να προκαλέσουν
διχασμό και ατελείωτες συζητήσεις στο κινηματογραφόφιλο κοινό. Αυτή
βέβαια είναι και η πραγματική αξία της ταινίας η οποία, παρά το
μικρό της μέγεθος(σε διάρκεια και οικονομική εμβέλεια), κατορθώνει
να ενοχλήσει και να βάλει το μέσο θεατή στην τροχιά του κοινωνικού
προβληματισμού, γεγονός που την τοποθετεί ανάμεσα στις καλύτερες
ελληνικές ταινίες των τελευταίων ετών. Ένα λαμπερό και αναμφίβολα
«σκληρό» κινηματογραφικό διαμάντι.
|